λυτρώνω

λυτρώνω
λύτρωσα, λυτρώθηκα, λυτρωμένος
1. ελευθερώνω κάποιον καταβάλλοντας λύτρα: Οι όμηροι λυτρώθηκαν από τους συγγενείς τους.
2. απαλλάσσω κάποιον από κακό, σώζω, γλιτώνω: Ο θάνατος τον λύτρωσε από τη μακροχρόνια αρρώστια του.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • λυτρώνω — λυτρώνω, λύτρωσα βλ. πίν. 3 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • λυτρώνω — (AM λυτρῶ, όω) [λύτρα] 1. απελευθερώνω αιχμάλωτο λαμβάνοντας λύτρα, ως αντάλλαγμα 2. απαλλάσσω κάποιον από κακό (α. «ο θάνατος τόν λύτρωσε από τα βάσανα» β. «μηδ ἐκ τῶν ἰδίων λελυτρῶσθαι πένητες ἄνθρωποι», Δημοσθ.) μσν. εξαγοράζω αρχ. 1. (κατά… …   Dictionary of Greek

  • αναρπάζω — (AM ἀναρπάζω) 1. σκύβω και αρπάζω κάτι από το έδαφος, αρπάζω προς τα επάνω 2. παίρνω κάτι με τη βία, το αρπάζω και το παίρνω μαζί μου 3. κυριεύω με έφοδο, λαφυραγωγώ αρχ. 1. σέρνω, τραβώ με τη βία 2. αρπάζω κάτι από τη μέση, κάνω απαγωγή, απάγω 3 …   Dictionary of Greek

  • γλυτώνω — και γλυτρώνω και εγλυτώνω (Μ γλυτώνω και ἐγλυτώνω) 1. απαλλάσσω κάποιον από ένα κίνδυνο ή μια συμφορά, σώζω, λυτρώνω 2. αποπερατώνω, τελειώνω 3. απαλλάσσομαι από κίνδυνο ή συμφορά, λυτρώνομαι νεοελλ. φρ. 1. «από τρίχα γλύτωσα» παρά λίγο να… …   Dictionary of Greek

  • εκρύομαι — ἐκρύομαι (Α) 1. σώζω, λυτρώνω 2. (με γεν.) σώζω, απαλλάσσω από κάποιο κίνδυνο …   Dictionary of Greek

  • εξαρπάζω — (AM ἐξαρπάζω) 1. αρπάζω, αφαιρώ από κάποιον κάτι, αφαρπάζω («σὰς δὲ ἐπιστολὰς ἐξαρπάσας ὅδ ἐκ χερῶν ἐμῶν βίᾳ», Ευρ.) 2. αποσπώ με τη βία («ἱστία δ ἐξήρπαξ ἀνέμου μένος», Απολλ. Ρόδ.) 3. ελευθερώνω, σώζω, λυτρώνω αρπάζοντας κάποιον («τὸν ἐξήρπαξ… …   Dictionary of Greek

  • λυτρωμός — ο [λυτρώνω] απαλλαγή από κάποιο κακό, σωτηρία, λύτρωση …   Dictionary of Greek

  • λυτρωτής — ο (AM λυτρωτής) [λυτρώνω] 1. αυτός που απαλλάσσει από κάτι, ελευθερωτής, σωτήρας 2. φρ. «ο λυτρωτής τού κόσμου» ή, απλώς, «ο Λυτρωτής» ο Ιησούς Χριστός …   Dictionary of Greek

  • λυτρωτός — λυτρωτός, ή, όν (Α) [λυτρώνω] αυτός που μπορεί να λυτρωθεί, να σωθεί …   Dictionary of Greek

  • λυτρώ — λυτρῶ, όω (AM) βλ. λυτρώνω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”